die geduld
ge
γκα
duld
ˈdʊlt
ντουλτ

Ορισμός και σημασία του "geduld"στα γερμανικά

01

υπομονή, αντοχή

Die Fähigkeit, ruhig zu bleiben und auf etwas zu warten, ohne ungeduldig oder ärgerlich zu werden 
die Geduld definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Geduld
Παραδείγματα
Man braucht viel Geduld beim Lernen einer neuen Sprache. 

Χρειάζεται πολλή υπομονή για να μάθεις μια νέα γλώσσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store