die Geduld
Pronunciation
/ɡəˈdʊlt/

Ορισμός και σημασία του "geduld"στα γερμανικά

01

υπομονή, αντοχή

Die Fähigkeit, ruhig zu bleiben und auf etwas zu warten, ohne ungeduldig oder ärgerlich zu werden
die Geduld definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Geduld
Παραδείγματα
Ohne Geduld erreicht man keine guten Ergebnisse.
Χωρίς υπομονή, δεν επιτυγχάνονται καλά αποτελέσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store