das gedicht
ge
ge
dicht
ˈdɪçt
dicht
gewichtgerichtgedachtgesicht

Ορισμός και σημασία του "gedicht"στα γερμανικά

01

ποίημα, στίχος

Ein kurzer Text in Versform, oft mit Reimen 
das Gedicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gedicht(e)s
πληθυντικός τύπος
Gedichte
Παραδείγματα
Ich schreibe ein Gedicht über den Frühling. 

Γράφω ένα ποίημα για την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store