Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
die Gebrauchsanweisung
/ɡəˈbʀaʊ̯xsʔanvaɪ̯zʊŋ/
Die Gebrauchsanweisung
[gender: feminine]
01
οδηγίες χρήσης, εγχειρίδιο χρήσης
Ein Text oder Heft, der erklärt, wie man etwas benutzt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gebrauchsanweisung
πληθυντικός τύπος
Gebrauchsanweisungen
Παραδείγματα
Sie folgt genau der Gebrauchsanweisung.
Ακολουθεί ακριβώς τις οδηγίες χρήσης.



























