Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gebacken
01
ψημένος, μαγειρεμένος στο φούρνο
Im Ofen gegart oder zubereitet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das gebackene Gemüse schmeckt besonders aromatisch.
Τα ψητά λαχανικά έχουν ιδιαίτερα αρωματική γεύση.



























