gebacken
gebacken
gəbakng
γκαμπακνγκ
backenpacken

Ορισμός και σημασία του "gebacken"στα γερμανικά

01

ψημένος, μαγειρεμένος στο φούρνο

Im Ofen gegart oder zubereitet 
gebacken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Lebensmittel, Kochen
Παραδείγματα
Der Kuchen ist frisch gebacken. 

Το κέικ είναι φρέσκο ψημένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store