Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Gaststätte
01
εστιατόριο, ταβέρνα
Ein Ort, an dem man Essen und Getränke bestellen kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Gaststätte
πληθυντικός τύπος
Gaststätten
Παραδείγματα
Die Gaststätte bietet deutsche Hausmannskost an.
Το εστιατόριο προσφέρει παραδοσιακή γερμανική κουζίνα.



























