das gas
gas
gas
gas

Ορισμός και σημασία του "gas"στα γερμανικά

01

αέριο, αέριο

Der unsichtbare Stoff wie Luft 
das Gas definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Gases
πληθυντικός τύπος
Gase
Παραδείγματα
Gas ist unsichtbar. 

Το αέριο είναι αόρατο.

02

πεντάλ γκαζιού, επιταχυντής

Das Pedal im Auto zum Schnellerfahren 
das Gas definition and meaning
Παραδείγματα
Gib Gas! 

Γκάζι !

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store