Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Garderobe
01
κρεμάστρα, πατερίτσα
Ein Möbelstück oder Bereich, um Kleidung und Mäntel aufzuhängen oder aufzubewahren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Garderobe
πληθυντικός τύπος
Garderoben
Παραδείγματα
Die Garderobe im Flur ist aus Holz.
Η ντουλάπα στο διάδρομο είναι από ξύλο.
02
γκαρνταρόμπα, ρούχα
Die Kleidung, die jemand besitzt oder trägt
Παραδείγματα
Ihre Garderobe besteht aus eleganter Kleidung.
Η ντουλάπα της αποτελείται από κομψά ρούχα.



























