die garantie
ga
ga
ga
ran
ʁan
ran
tie
ˈti:
ti

Ορισμός και σημασία του "garantie"στα γερμανικά

01

εγγύηση, εξασφάλιση

Eine vertragliche Zusage für die Funktionsfähigkeit oder Qualität einer Ware 
die Garantie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Garantien
γενική πτώση
Garantie
Παραδείγματα
Das Handy hat zwei Jahre Garantie. 

Το κινητό τηλέφωνο έχει δύο χρόνια εγγύησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store