Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gar
01
μαγειρεμένος, καλά μαγειρεμένος
Ganz durchgegart
Παραδείγματα
Ich mag mein Steak nicht zu gar.
Δεν μου αρέσει το μπριζόλα μου πολύ ψημένη.
gar
01
καθόλου, σε καμία περίπτωση
Auf keinen Fall
Παραδείγματα
Ich verstehe das gar nicht.
Δεν το καταλαβαίνω καθόλου.
gar
01
ότι, διότι
Alte oder poetische Variante von "dass" für Nebensätze
Παραδείγματα
Er glaubt gar, dass alles leicht ist.
Αυτός gar πιστεύει ότι όλα είναι εύκολα.
02
πραγματικά
Betont, dass etwas wahr oder besonders stark zutrifft
Παραδείγματα
Er hat gar keine Ahnung.
Δεν έχει καθόλου ιδέα.


























