gar
gar
ga:ɐ̯
ga

Ορισμός και σημασία του "gar"στα γερμανικά

01

μαγειρεμένος, καλά μαγειρεμένος

Ganz durchgegart 
gar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Das Fleisch ist jetzt gar. 

Το κρέας είναι τώρα μαγειρεμένο.

01

καθόλου, σε καμία περίπτωση

Auf keinen Fall 
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich habe gar keine Zeit. 

Δεν έχω καθόλου χρόνο.

01

ότι, διότι

Alte oder poetische Variante von "dass" für Nebensätze 
Παραδείγματα
Er sagte gar er komme später. 

Είπε gar ότι θα ερχόταν αργότερα.

02

πραγματικά

Betont, dass etwas wahr oder besonders stark zutrifft 
Παραδείγματα
Das ist gar nicht schlecht! 

Αυτό δεν είναι καθόλου κακό!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store