Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gar
01
μαγειρεμένος, καλά μαγειρεμένος
Ganz durchgegart
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Das Fleisch ist jetzt gar.
Το κρέας είναι τώρα μαγειρεμένο.
gar
01
καθόλου, σε καμία περίπτωση
Auf keinen Fall
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Ich habe gar keine Zeit.
Δεν έχω καθόλου χρόνο.
gar
01
ότι, διότι
Alte oder poetische Variante von "dass" für Nebensätze
Παραδείγματα
Er sagte gar er komme später.
Είπε gar ότι θα ερχόταν αργότερα.
02
πραγματικά
Betont, dass etwas wahr oder besonders stark zutrifft
Παραδείγματα
Das ist gar nicht schlecht!
Αυτό δεν είναι καθόλου κακό!



























