die führung
füh
ˈfy:
fy
rung
rʊng
roong

Ορισμός και σημασία του "führung"στα γερμανικά

01

ηγεσία, διοίκηση

Leitung einer Gruppe oder Organisation 
die Führung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Führungen
γενική πτώση
Führung
Παραδείγματα
Gute Führung ist wichtig. 

Η καλή ηγεσία είναι σημαντική.

02

ξενάγηση, οδηγούμενη περιήγηση

Geführte Besichtigung 
die Führung definition and meaning
Παραδείγματα
Die Führung dauert eine Stunde. 

Η ξενάγηση διαρκεί μία ώρα.

03

οδηγός, συνοδός

Die Person, die eine Tour leitet 
die Führung definition and meaning
Παραδείγματα
Die Führung erklärt alles. 

Ο ξεναγός εξηγεί τα πάντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store