der Führerschein
Pronunciation
/ˈfyːrərˌʃaɪ̯n/

Ορισμός και σημασία του "führerschein"στα γερμανικά

Der Führerschein
01

άδεια οδήγησης, άδεια οδηγού

Der amtliche Ausweis, der zum Führen von Fahrzeugen berechtigt
der Führerschein definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Führerschein(e)s
πληθυντικός τύπος
Führerscheine
Παραδείγματα
Der Polizist kontrolliert den Führerschein.
Ο αστυνομικός ελέγχει την άδεια οδήγησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store