Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Führerschein
01
άδεια οδήγησης, άδεια οδηγού
Der amtliche Ausweis, der zum Führen von Fahrzeugen berechtigt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Führerscheine
γενική πτώση
Führerschein(e)s
Παραδείγματα
Ich habe meinen Führerschein bestanden!
Πέρασα το άδεια οδήγησης μου !



























