Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
furchtsam
01
φοβισμένος, δειλός
Von Angst oder Scheu geprägt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am furchtsamsten
συγκριτικός βαθμός
furchtsamer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Kind war furchtsam und versteckte sich hinter der Tür.
Το παιδί ήταν φοβισμένο και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα.



























