Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
funktionieren
01
λειτουργώ, δουλεύω
Einwandfrei arbeiten oder wie vorgesehen ablaufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
funktioniere
γ΄ ενικό πρόσωπο
funktioniert
ενεστώτα μετοχή
funktionierend
απλός αόριστος
funktionierte
παθητική μετοχή
funktioniert
Παραδείγματα
Ohne Batterien funktioniert das Spielzeug nicht.
Χωρίς μπαταρίες, το παιχνίδι δεν λειτουργεί.



























