Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fungieren
[past form: fungierte]
01
λειτουργώ, υπηρετώ
Eine bestimmte Funktion oder Rolle ausüben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fungiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fungiert
ενεστώτα μετοχή
fungierend
απλός αόριστος
fungierte
παθητική μετοχή
fungiert
Παραδείγματα
Die alte Fabrik fungiert jetzt als Kulturzentrum.
Το παλιό εργοστάσιο λειτουργεί τώρα ως πολιτιστικό κέντρο.



























