fungieren
Pronunciation
/fʊŋˈɡiːʁən/

Ορισμός και σημασία του "fungieren"στα γερμανικά

fungieren
[past form: fungierte]
01

λειτουργώ, υπηρετώ

Eine bestimmte Funktion oder Rolle ausüben
fungieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fungiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
fungiert
ενεστώτα μετοχή
fungierend
απλός αόριστος
fungierte
παθητική μετοχή
fungiert
Παραδείγματα
Die alte Fabrik fungiert jetzt als Kulturzentrum.
Το παλιό εργοστάσιο λειτουργεί τώρα ως πολιτιστικό κέντρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store