fundiert
Pronunciation
/fʊnˈdiːɐ̯t/

Ορισμός και σημασία του "fundiert"στα γερμανικά

01

βασισμένος, στερεός

Auf Wissen oder Fakten gestützt
fundiert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fundiertesten
συγκριτικός βαθμός
fundierter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ihre Zweifel sind gut begründet angesichts der aktuellen Situation.
Οι αμφιβολίες της είναι καλά θεμελιωμένες δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store