Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frühstücken
01
πρωινεύω, τρώω πρωινό
Morgens eine Mahlzeit essen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
frühstücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
frühstückt
ενεστώτα μετοχή
frühstückend
απλός αόριστος
frühstückte
παθητική μετοχή
gefrühstückt
Παραδείγματα
Ich frühstücke jeden Tag um 7 Uhr.
Πρωινάω κάθε μέρα στις 7.



























