frühstücken
Pronunciation
/ˈfʁyːˌʃtʏkən/

Ορισμός και σημασία του "frühstücken"στα γερμανικά

frühstücken
01

πρωινεύω, τρώω πρωινό

Morgens eine Mahlzeit essen
frühstücken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
frühstücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
frühstückt
ενεστώτα μετοχή
frühstückend
απλός αόριστος
frühstückte
παθητική μετοχή
gefrühstückt
Παραδείγματα
Sie frühstückt nie viel.
Δεν πρωινάει ποτέ πολύ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store