Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frieren
[past form: fror]
01
κρυώνω
Kälte empfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
friere
γ΄ ενικό πρόσωπο
friert
ενεστώτα μετοχή
frierend
απλός αόριστος
fror
παθητική μετοχή
gefroren
Παραδείγματα
Er friert, weil es draußen schneit.
Αυτός κρυώνει επειδή χιονίζει έξω.



























