frieren
Pronunciation
/ˈfʀiːʀən/

Ορισμός και σημασία του "frieren"στα γερμανικά

frieren
[past form: fror]
01

κρυώνω

Kälte empfinden
frieren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
friere
γ΄ ενικό πρόσωπο
friert
ενεστώτα μετοχή
frierend
απλός αόριστος
fror
παθητική μετοχή
gefroren
Παραδείγματα
Er friert, weil es draußen schneit.
Αυτός κρυώνει επειδή χιονίζει έξω.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store