Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Friede
[gender: masculine]
01
ειρήνη, ηρεμία
Ein Zustand ohne Konflikt oder Krieg
Παραδείγματα
Die Menschen lebten viele Jahre in Frieden.
Οι άνθρωποι ζούσαν για πολλά χρόνια σε ειρήνη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ειρήνη, ηρεμία