Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Friedhof
01
νεκροταφείο
ein abgegrenztes Gelände, auf dem Verstorbene beerdigt werden und Angehörige die Gräber besuchen können
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Friedhof(e)s
πληθυντικός τύπος
Friedhöfe
Παραδείγματα
Der Friedhof liegt direkt bei der Kirche.
Το νεκροταφείο βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην εκκλησία.



























