Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Freund
01
φίλος, σύντροφος
Eine Person, mit der man eine freundschaftliche Beziehung hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Freund(e)s
πληθυντικός τύπος
Freunde
Παραδείγματα
Mein Freund hilft mir immer.
Ο φίλος μου με βοηθά πάντα.
02
αγόρι, φίλος
Ein männlicher Partner in einer romantischen Beziehung
Παραδείγματα
Sie hat einen neuen Freund.
Έχει έναν νέο φίλο.



























