sich freuen
Pronunciation
/ˈfʀɔɪ̯ən/

Ορισμός και σημασία του "freuen"στα γερμανικά

sich freuen
01

είμαι ευτυχισμένος, χαίρομαι

Glücklich sein
sich freuen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
freue
γ΄ ενικό πρόσωπο
freut
ενεστώτα μετοχή
freuend
απλός αόριστος
freute
παθητική μετοχή
gefreut
Παραδείγματα
Sie freut sich, dich zu sehen.
Αυτή χαίρεται που σε βλέπει.
02

ευχαριστώ, χαροποιώ

Jemanden glücklich machen
freuen definition and meaning
Παραδείγματα
Diese Blumen werden sie freuen.
Αυτά τα λουλούδια θα την ευχαριστήσουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store