Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich freuen
01
είμαι ευτυχισμένος, χαίρομαι
Glücklich sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
freue
γ΄ ενικό πρόσωπο
freut
ενεστώτα μετοχή
freuend
απλός αόριστος
freute
παθητική μετοχή
gefreut
Παραδείγματα
Sie freut sich, dich zu sehen.
Αυτή χαίρεται που σε βλέπει.
02
ευχαριστώ, χαροποιώ
Jemanden glücklich machen
Παραδείγματα
Diese Blumen werden sie freuen.
Αυτά τα λουλούδια θα την ευχαριστήσουν.



























