sich freuen
freuen
fʁɔɪ̯ən
froyēn

Ορισμός και σημασία του "freuen"στα γερμανικά

sich freuen
01

είμαι ευτυχισμένος, χαίρομαι

Glücklich sein 
sich freuen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
freue
γ΄ ενικό πρόσωπο
freut
ενεστώτα μετοχή
freuend
απλός αόριστος
freute
παθητική μετοχή
gefreut
Παραδείγματα
Ich freue mich sehr! 

Είμαι πολύ χαρούμενος!

02

ευχαριστώ, χαροποιώ

Jemanden glücklich machen 
freuen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Geschenk freut sie sehr. 

Το δώρο την ευχαριστεί πολύ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store