fressen
Pronunciation
/ˈfʀɛsn̩/

Ορισμός και σημασία του "fressen"στα γερμανικά

fressen
[past form: fraß]
01

τρώω, καταβροχθίζω

Nahrung zu sich nehmen, speziell bei Tieren
fressen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fresse
γ΄ ενικό πρόσωπο
frisst
ενεστώτα μετοχή
fressend
απλός αόριστος
fraß
παθητική μετοχή
gefressen
Παραδείγματα
Der Löwe fraß seine Beute.
Ο λιοντάρι έφαγε το θήραμά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store