Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fressen
[past form: fraß]
01
τρώω, καταβροχθίζω
Nahrung zu sich nehmen, speziell bei Tieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fresse
γ΄ ενικό πρόσωπο
frisst
ενεστώτα μετοχή
fressend
απλός αόριστος
fraß
παθητική μετοχή
gefressen
Παραδείγματα
Der Löwe fraß seine Beute.
Ο λιοντάρι έφαγε το θήραμά του.



























