die frequenz
frequenz
fʁekvɛnts
frekvents

Ορισμός και σημασία του "frequenz"στα γερμανικά

01

συχνότητα, συχνότητα

Die Anzahl, wie oft etwas in einem bestimmten Zeitraum geschieht 
die Frequenz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Frequenzen
γενική πτώση
Frequenz
Παραδείγματα
Die Frequenz dieses Tons ist sehr hoch. 

Η συχνότητα αυτού του ήχου είναι πολύ υψηλή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store