die Fremdsprache
Pronunciation
/ˈfʀɛmtˌʃpʀaːχə/

Ορισμός και σημασία του "fremdsprache"στα γερμανικά

Die Fremdsprache
01

ξένη γλώσσα, μη μητρική γλώσσα

Sprache, die nicht die Muttersprache ist
die Fremdsprache definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Fremdsprache
πληθυντικός τύπος
Fremdsprachen
Παραδείγματα
Fremdsprachenlernen öffnet neue Türen.
Η εκμάθηση ξένων γλωσσών ανοίγει νέες πόρτες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store