der fremde
frem
ˈfʁɛm
frem
de
freude

Ορισμός και σημασία του "fremde"στα γερμανικά

01

ξένος, άγνωστος

Eine Person, die man nicht kennt oder die aus einer fremden Umgebung kommt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fremde
αρσενικό ενικό
Fremder
θηλυκό ενικό
Fremde
neutral form
fremde Person
γενική πτώση
Fremder
Παραδείγματα
Der Fremde fragte nach dem Weg zum Bahnhof. 

Ο ξένος ρώτησε για το δρόμο προς τον σταθμό των τρένων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store