Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Fremde
01
ξένος, άγνωστος
Eine Person, die man nicht kennt oder die aus einer fremden Umgebung kommt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Fremder
πληθυντικός τύπος
Fremde
Παραδείγματα
Der Fremde wirkte freundlich und hilfsbereit.
Ο ξένος φαινόταν φιλικός και πρόθυμος να βοηθήσει.



























