fremd
fremd
fʁɛmt
fremt
hemdgehemmtgekämmt

Ορισμός και σημασία του "fremd"στα γερμανικά

01

ξένος, άγνωστος

Nicht bekannt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fremdesten
συγκριτικός βαθμός
fremder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Sprache klingt fremd für mich. 

Η γλώσσα ακούγεται ξένη για μένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store