frech
frech
fʁɛç
frech
blechpech

Ορισμός και σημασία του "frech"στα γερμανικά

01

αναιδής, θρασύς

Ohne Respekt oder Höflichkeit handeln 
frech definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am frechsten
συγκριτικός βαθμός
frecher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Charakter, Soziales
Παραδείγματα
Das Kind war sehr frech zu seiner Lehrerin. 

Το παιδί ήταν πολύ αναιδές προς τη δασκάλα του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store