der Fran­ken
Pronunciation
/frˈaŋkən/

Ορισμός και σημασία του "Fran­ken"στα γερμανικά

Der Fran­ken
[gender: masculine]
01

ελβετικό φράγκο, φράγκο

Die Währung der Schweiz
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Franken
πληθυντικός τύπος
Franken
Παραδείγματα
In der Schweiz bezahlt man mit Franken.
Στην Ελβετία, πληρώνουν με φράγκα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store