das Foul

Ορισμός και σημασία του "foul"στα γερμανικά

01

φάουλ

Eine Regelverletzung im Sport, zum Beispiel wenn man einen Gegner unfair stoppt
das Foul definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fouls
πληθυντικός τύπος
Fouls
Παραδείγματα
Fouls können das Spiel gefährlich machen.
Τα φάουλ μπορούν να κάνουν το παιχνίδι επικίνδυνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store