Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Forelle
01
πέστροφα, ιριδίζουσα πέστροφα
ein mittelgroßer, oft bunter Süßwasserfisch aus der Familie der Lachse, der als Speisefisch sehr beliebt ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Forelle
πληθυντικός τύπος
Forellen
Παραδείγματα
Beim Angeln habe ich heute drei Forellen gefangen.
Ενώ ψάρευα, έπιασα τρία πέστροφα σήμερα.



























