die forderung
for
ˈfœɐ
φœ
de
ντα
rung
ʁʊng
ρουνγκ
folgerungfolterung

Ορισμός και σημασία του "forderung"στα γερμανικά

01

απαίτηση, αξίωση

Ein offizielles oder berechtigtes Verlangen nach etwas 
die Forderung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Forderungen
γενική πτώση
Forderung
Παραδείγματα
Die Arbeiter stellten Forderungen nach höheren Löhnen. 

Οι εργαζόμενοι έκαναν απαιτήσεις για υψηλότερους μισθούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store