Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Forderung
01
απαίτηση, αξίωση
Ein offizielles oder berechtigtes Verlangen nach etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Forderung
πληθυντικός τύπος
Forderungen
Παραδείγματα
Die Forderung nach Reformen wird stärker.
Η απαίτηση για μεταρρυθμίσεις γίνεται ισχυρότερη.



























