die Forderung
Pronunciation
/ˈfɔʁdəʁʊŋ/

Ορισμός και σημασία του "forderung"στα γερμανικά

01

απαίτηση, αξίωση

Ein offizielles oder berechtigtes Verlangen nach etwas
die Forderung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Forderung
πληθυντικός τύπος
Forderungen
Παραδείγματα
Die Forderung nach Reformen wird stärker.
Η απαίτηση για μεταρρυθμίσεις γίνεται ισχυρότερη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store