die Folie
Pronunciation
/ˈfoːli̯ə/

Ορισμός και σημασία του "folie"στα γερμανικά

Die Folie
[gender: feminine]
01

φύλλο, μεμβράνη

Ein dünnes Blatt aus Metall oder Plastik, das zum Verpacken oder Abdecken verwendet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Folie
πληθυντικός τύπος
Folien
Παραδείγματα
Die Schokolade ist in goldene Folie eingepackt.
Η σοκολάτα είναι τυλιγμένη σε χρυσή φύλλα.
02

διαφάνεια

Eine einzelne Seite in einer Präsentation
Παραδείγματα
Kannst du die Folie bitte zurückgehen?
Μπορείς να επιστρέψεις στην προηγούμενη διαφάνεια, παρακαλώ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store