die folie
folie
fo:li̯ə
foliē
folge

Ορισμός και σημασία του "folie"στα γερμανικά

01

φύλλο, μεμβράνη

Ein dünnes Blatt aus Metall oder Plastik, das zum Verpacken oder Abdecken verwendet wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Folien
γενική πτώση
Folie
Παραδείγματα
Ich wickle das Essen in Alufolie ein, um es frisch zu halten. 

Τυλίγω το φαγητό σε αλουμινόχαρτο για να το κρατήσω φρέσκο.

02

διαφάνεια

Eine einzelne Seite in einer Präsentation 
Παραδείγματα
Die nächste Folie zeigt unsere Verkaufszahlen. 

Η επόμενη διαφάνεια δείχνει τα νούμερα πωλήσεων μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store