folgen
Pronunciation
/ˈfɔlɡən/

Ορισμός και σημασία του "folgen"στα γερμανικά

folgen
01

ακολουθώ, υπακούω

Jemandem oder etwas nachgehen oder sich an Anweisungen halten
folgen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
folge
γ΄ ενικό πρόσωπο
folgt
ενεστώτα μετοχή
folgend
απλός αόριστος
folgte
παθητική μετοχή
gefolgt
Παραδείγματα
Bitte folgen Sie den Anweisungen.
Παρακαλώ ακολουθήστε τις οδηγίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store