Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
folgen
01
ακολουθώ, υπακούω
Jemandem oder etwas nachgehen oder sich an Anweisungen halten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
folge
γ΄ ενικό πρόσωπο
folgt
ενεστώτα μετοχή
folgend
απλός αόριστος
folgte
παθητική μετοχή
gefolgt
Παραδείγματα
Bitte folgen Sie den Anweisungen.
Παρακαλώ ακολουθήστε τις οδηγίες.



























