der fluss
fluss
flʊs
floos
musskussgenussnuss

Ορισμός και σημασία του "fluss"στα γερμανικά

01

ποτάμι, ρεύμα

Ein langer, natürlicher Wasserlauf 
der Fluss definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Flüsse
γενική πτώση
Flusses
Παραδείγματα
Der Fluss ist breit. 

Ο ποταμός είναι φαρδύς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store