fliehen
Pronunciation
/ˈfliːən/

Ορισμός και σημασία του "fliehen"στα γερμανικά

fliehen
[past form: floh]
01

δραπετεύω, φεύγω

Schnell weggehen, um Gefahr oder Problemen zu entkommen
fliehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
fliehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
flieht
ενεστώτα μετοχή
fliehend
απλός αόριστος
floh
παθητική μετοχή
geflohen
Παραδείγματα
Er flieht aus seinem Heimatland.
Αυτός δραπετεύει από την πατρίδα του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store