Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fliehen
[past form: floh]
01
δραπετεύω, φεύγω
Schnell weggehen, um Gefahr oder Problemen zu entkommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
fliehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
flieht
ενεστώτα μετοχή
fliehend
απλός αόριστος
floh
παθητική μετοχή
geflohen
Παραδείγματα
Er flieht aus seinem Heimatland.
Αυτός δραπετεύει από την πατρίδα του.



























