fliegen
fliegen
fli:gng
fligng
fliehenfließen

Ορισμός και σημασία του "fliegen"στα γερμανικά

fliegen
01

πετώ, αρμενίζω

Sich in der Luft bewegen, oft mit Flügeln oder einem Flugzeug 
fliegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
fliege
γ΄ ενικό πρόσωπο
fliegt
ενεστώτα μετοχή
fliegend
απλός αόριστος
flog
παθητική μετοχή
geflogen
Παραδείγματα
Der Vogel fliegt hoch am Himmel. 

Το πουλί πετάει ψηλά στον ουρανό.

02

διώχνομαι

Von einem Ort oder einer Position entfernt werden, oft wegen eines Fehlers 
fliegen definition and meaning
Παραδείγματα
Er ist wegen Betrugs von der Schule geflogen. 

Αποβλήθηκε από το σχολείο για απάτη.

03

πετάω

Sich schnell von einem Ort zu einem anderen bewegen 
Παραδείγματα
Die Zeit fliegt, wenn man Spaß hat. 

Ο χρόνος πετάει όταν διασκεδάζεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store