Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fliegen
[past form: flog]
01
πετώ, αρμενίζω
Sich in der Luft bewegen, oft mit Flügeln oder einem Flugzeug
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
fliege
γ΄ ενικό πρόσωπο
fliegt
ενεστώτα μετοχή
fliegend
απλός αόριστος
flog
παθητική μετοχή
geflogen
Παραδείγματα
Ich möchte lernen, wie man fliegt.
Θέλω να μάθω πώς πετάω.
02
διώχνομαι
Von einem Ort oder einer Position entfernt werden, oft wegen eines Fehlers
Παραδείγματα
Sie ist wegen schlechtem Benehmen geflogen.
Απομακρύνθηκε λόγω κακής συμπεριφοράς.
03
πετάω
Sich schnell von einem Ort zu einem anderen bewegen
Παραδείγματα
Der Vogel flog schnell davon.
Το πουλί πέταξε γρήγορα.



























