fleißig
fleißig
flaɪ̯sɪk
flaisik

Ορισμός και σημασία του "fleißig"στα γερμανικά

01

εργατικός, επίμονος

Mit viel Einsatz und regelmäßig arbeitend 
fleißig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fleißigste-
συγκριτικός βαθμός
fleißiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Arbeit, Verhalten, Bildung
Παραδείγματα
Sie ist eine fleißige Schülerin. 

Είναι μια επίπονη μαθήτρια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store