das fleisch
fleisch
flaɪ̯ʃ
flaish

Ορισμός και σημασία του "fleisch"στα γερμανικά

01

κρέας, σάρκα

Essbare Teile von Tieren, die oft gekocht oder gebraten werden 
das Fleisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fleisch(e)s
Παραδείγματα
Ich kaufe Fleisch im Supermarkt. 

Αγοράζω κρέας στο σούπερ μάρκετ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store