der fitnessraum
fitnessraum
fɪtnɛsʁaʊ̯m
fitnesrawm

Ορισμός και σημασία του "fitnessraum"στα γερμανικά

Der Fitnessraum
01

γυμναστήριο, αίθουσα γυμναστικής

Ein Raum, der mit Geräten und Platz für körperliches Training ausgestattet ist 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fitnessäume
γενική πτώση
Fitnessraum(e)s
Παραδείγματα
Der Fitnessraum im Hotel ist rund um die Uhr geöffnet. 

Η αίθουσα γυμναστικής του ξενοδοχείου είναι ανοιχτή όλο το εικοσιτετράωρο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store