der fisch
fisch
fɪʃ
fish
frisch

Ορισμός και σημασία του "fisch"στα γερμανικά

01

ψάρι, ψάρι

Ein Tier, das im Wasser lebt und mit Flossen schwimmt 
der Fisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fische
γενική πτώση
Fisch(e)s
Παραδείγματα
Der Fisch schwimmt im Aquarium. 

Το ψάρι κολυμπάει στο ενυδρείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store