der fink
fink
fɪnk
φινκ
flink

Ορισμός και σημασία του "fink"στα γερμανικά

01

σπίνος, φριγγιλλίδης

Ein kleiner Singvogel mit kräftigem Schnabel, der sich von Samen und Insekten ernährt 
der Fink definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Finken
γενική πτώση
Finken
Παραδείγματα
Der Fink singt ein melodisches Lied im Garten. 

Ο σπίνος τραγουδά ένα μελωδικό τραγούδι στον κήπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store