Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Feuer
01
φωτιά, πυρκαγιά
Licht und Hitze, die beim Brennen entstehen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Feuers
πληθυντικός τύπος
Feuer
Παραδείγματα
Das Feuer brennt hell.
Η φωτιά καίει φωτεινά.
02
φωτιά, πυρκαγιά
Ein großes, oft gefährliches Brennen
Παραδείγματα
Es gab ein Feuer im Haus.
Υπήρχε πυρκαγιά στο σπίτι.



























