das feuer
feuer
fɔʏɐ
fawu
federfeierfeser

Ορισμός και σημασία του "feuer"στα γερμανικά

01

φωτιά, πυρκαγιά

Licht und Hitze, die beim Brennen entstehen 
das Feuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Feuers
πληθυντικός τύπος
Feuer
Παραδείγματα
Das Feuer brennt hell. 

Η φωτιά καίει φωτεινά.

02

φωτιά, πυρκαγιά

Ein großes, oft gefährliches Brennen 
das Feuer definition and meaning
Παραδείγματα
Es gab ein Feuer im Haus. 

Υπήρχε πυρκαγιά στο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store