Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
feststellen
01
ανιχνεύω, παρατηρώ
Etwas durch Beobachtung oder Untersuchung herausfinden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fest
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle fest
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt fest
ενεστώτα μετοχή
feststellend
απλός αόριστος
stellte fest
παθητική μετοχή
festgestellt
Παραδείγματα
Der Techniker stellt einen Defekt fest.
Ο τεχνικός ανιχνεύει ένα ελάττωμα.
02
διαπιστώνω, δηλώνω
Etwas klar und deutlich sagen oder bestimmen
Παραδείγματα
Der Richter stellte das Urteil fest.
Ο δικαστής καθόρισε την απόφαση.
Λεξικό Δέντρο
feststellen
fest
stellen



























