Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fernhalten
01
κρατιέμαι μακριά
Sich bewusst von einer Person, einem Ort oder einer Situation distanzieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
fern
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte fern
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält fern
ενεστώτα μετοχή
fernhalten
απλός αόριστος
hielt fern
παθητική μετοχή
ferngehalten
Παραδείγματα
Er hält sich von seinen alten Freunden fern.
Αυτός κρατάει απόσταση από τους παλιούς του φίλους.



























