fernhalten
fernhalten
fɛɐnhaltn
fenhaltn
festhalten

Ορισμός και σημασία του "fernhalten"στα γερμανικά

fernhalten
01

κρατιέμαι μακριά

Sich bewusst von einer Person, einem Ort oder einer Situation distanzieren 
fernhalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
fern
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte fern
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält fern
ενεστώτα μετοχή
fernhalten
απλός αόριστος
hielt fern
παθητική μετοχή
ferngehalten
Παραδείγματα
Er hält sich von seinen alten Freunden fern. 

Αυτός κρατάει απόσταση από τους παλιούς του φίλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store