das fell
fell
fɛl
fel
hellreellhotelmo­tel

Ορισμός και σημασία του "fell"στα γερμανικά

01

γούνα, τρίχωμα

Die dichte Haarbedeckung auf der Haut von Tieren 
das Fell definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fells
πληθυντικός τύπος
Felle
Παραδείγματα
Der Bär hat ein dickes Fell. 

Η αρκούδα έχει παχύ τρίχωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store