fechten
Pronunciation
/fˈɛçtən/

Ορισμός και σημασία του "fechten"στα γερμανικά

fechten
01

ξιφομαχώ, ασκούμαι στην ξιφασκία

mit einer Fechtwaffe nach festen Regeln gegen einen Gegner kämpfen
fechten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fechte
γ΄ ενικό πρόσωπο
fechtet
ενεστώτα μετοχή
fechtend
απλός αόριστος
focht
παθητική μετοχή
gefochten
Παραδείγματα
Im Wettkampf fechtet man sehr konzentriert.
Στους αγώνες, ξιφομαχεί κανείς με μεγάλη συγκέντρωση.
02

πολεμώ, μάχομαι

mit Waffen oder körperlicher Kraft gegen jemanden kämpfen
fechten definition and meaning
Παραδείγματα
In der Geschichte fechteten viele Krieger zu Fuß.
Στην ιστορία, πολλοί πολεμιστές πολεμούσαν πεζοί.
01

Zweikampfsport, bei dem sich zwei Personen mit einer Waffe nach festen Regeln gegenüberstehen

das Fechten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fechtens
Παραδείγματα
Fechten ist ein sehr konzentrierter Sport mit klaren Regeln.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store