Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fechten
01
ξιφομαχώ, ασκούμαι στην ξιφασκία
mit einer Fechtwaffe nach festen Regeln gegen einen Gegner kämpfen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fechte
γ΄ ενικό πρόσωπο
fechtet
ενεστώτα μετοχή
fechtend
απλός αόριστος
focht
παθητική μετοχή
gefochten
Παραδείγματα
Im Wettkampf fechtet man sehr konzentriert.
Στους αγώνες, ξιφομαχεί κανείς με μεγάλη συγκέντρωση.
02
πολεμώ, μάχομαι
mit Waffen oder körperlicher Kraft gegen jemanden kämpfen
Παραδείγματα
In der Geschichte fechteten viele Krieger zu Fuß.
Στην ιστορία, πολλοί πολεμιστές πολεμούσαν πεζοί.
Das Fechten
01
Zweikampfsport, bei dem sich zwei Personen mit einer Waffe nach festen Regeln gegenüberstehen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fechtens
Παραδείγματα
Fechten ist ein sehr konzentrierter Sport mit klaren Regeln.



























