die fassade
fassade
fasa:d̥ə
fasadē

Ορισμός και σημασία του "fassade"στα γερμανικά

01

πρόσοψη, μπροστινή πλευρά

Die Außenseite oder Vorderseite eines Gebäudes, besonders die sichtbare Front 
die Fassade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
fassade
πληθυντικός τύπος
fassaden
Παραδείγματα
Die Fassade des alten Hauses wurde renoviert. 

Η πρόσοψη του παλιού σπιτιού ανακαινίστηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store