der falke
fal
ˈfal
fal
ke
fallefalte

Ορισμός και σημασία του "falke"στα γερμανικά

01

γεράκι, κιρκινέζι

Greifvogel mit scharfem Schnabel und schnellen Flügen 
der Falke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Falken
αρσενικό ενικό
Falke
θηλυκό ενικό
Falkin
neutral form
Falke
γενική πτώση
Falken
Παραδείγματα
Der Falke kreist über dem Feld. 

Το γεράκι περιστρέφεται πάνω από το χωράφι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store