Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fair
01
δίκαιος, ειλικρινής
Sich an Regeln oder Gesetze haltend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fairsten
συγκριτικός βαθμός
fairer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Kampf verlief absolut fair.
Η μάχη διεξήχθη απολύτως δίκαια.
02
δίκαιος, δίκαιη
Gerecht und rücksichtsvoll im Verhalten gegenüber anderen
Παραδείγματα
Auch in schwierigen Situationen bleibt sie fair.
Ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις, παραμένει δίκαιη.



























