fair
fair
fɛ:ɐ̯
fe
fakirflair

Ορισμός και σημασία του "fair"στα γερμανικά

01

δίκαιος, ειλικρινής

Sich an Regeln oder Gesetze haltend 
fair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fairsten
συγκριτικός βαθμός
fairer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Kampf verlief absolut fair. 

Η μάχη διεξήχθη απολύτως δίκαια.

02

δίκαιος, δίκαιη

Gerecht und rücksichtsvoll im Verhalten gegenüber anderen 
fair definition and meaning
Παραδείγματα
Auch in schwierigen Situationen bleibt sie fair. 

Ακόμα και σε δύσκολες καταστάσεις, παραμένει δίκαιη.

Λεξικό Δέντρο

fairness
unfair
fair
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store