Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fachkundig
01
ειδικός, ειδικευμένος
Mit besonderem Wissen oder Fähigkeiten in einem bestimmten Bereich
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am fachkundigsten
συγκριτικός βαθμός
fachkundiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist ein fachkundiger Techniker.
Είναι ένας fachkundig τεχνικός.



























